Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Βραδυνή βόλτα...


6 Δεκεμβρίου 2011.

Είναι βράδυ, περασμένες έντεκα και κατεβαίνω κέντρο από το Χαλάνδρι με το λεωφορείο. Η κίνηση άνετη, σχεδόν ανεμπόδιστη. 

Το λεωφορείο σταμάτησε τελικά δίπλα στο πάρκο Ριζάρη, καθώς όπως είπε ο οδηγός το Σύνταγμα ήταν κλειστό. “Ωραία’’, λέω, ‘’ευκαιρία για μία ωραία βραδυνή βόλτα μέχρι το σπίτι’’. 

Από το σημείο αυτό ξεκινά μία από τις αγαπημένες μου διαδρομές στην Αθήνα: στρίβω από την Βασ. Σοφίας σε κάποιο στενό για να βγω Κολωνάκι, πιάνω την Τσακάλωφ, ανεβαίνω Αναγνωστοπούλου μέχρι το τέλος της. Μετά αρχίζει η κάθοδος από την Διδότου, διασχίζω τα Εξάρχεια και φτάνω σπίτι. Σ’ αυτήν την μάλλον σημειολογική για μένα διαδρομή μου αρέσει να παρατηρώ τις πολυκατοικίες. 

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε αυτή η βόλτα, η οποία, αναπάντεχα, στο τέλος της μου έδωσε πολλές και διαφορετικές εικόνες.

Το φεγγάρι είχε ένα πολύ όμορφο χρωματιστό δαχτυλίδι γύρω του, σαν ένα φωτοστέφανο στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Το οποίο ταυτόχρονα όμως είχε και κάτι απόκοσμο.

Το Κολωνάκι ως γειτονιά της Αθήνας μου αρέσει, όχι για τον περιρρέοντα μεγαλοϊδεατισμό των τελευταίων χρόνων, αλλά για την κλασικότητά της. Αλλά αυτήν την φορά, μάλλον θλίψη μου έβγαλε. Απόψε της έλειπε όλη αυτή η ατμόσφαιρα που είχε όλο αυτά τα χρόνια. Κλειστές επιχειρήσεις που άλλοτε άκμαζαν εδώ, λιγοστός κόσμος κυκλοφορούσε (αν και ο καιρός ήταν μια χαρά για Δεκέμβριο μήνα), άδειες θέσεις πάρκινγκ (ενώ άλλοτε γίνονταν ‘‘σφαγή’‘ για να βρεθεί μια)... σημεία των καιρών … 

Ενώ πλησίαζα στην Ιπποκράτους διέκρινα τις πρώτες διμοιρίες των ΜΑΤ παρατεταγμένες στις γωνίες με πλήρη εξοπλισμό. Στην ατμόσφαιρα πια γίνονταν αισθητή η χρήση των δακρυγόνων που είχε γίνει προηγουμένως. Μόλις τότε θυμήθηκα την ημέρα και πιο γεγονός ‘‘επετειακά’’ είχε προκαλέσει όλη αυτήν την αναταραχή στα Εξάρχεια. 

Καθώς προσπαθούσα γρήγορα να διασχίζω την περιοχή από ασφαλείς δρόμους και στενά για να φτάσω σπίτι, έπεφτα συνεχώς πάνω σε κάδους στους οποίους είχαν βάλει φωτιά μεγάλα παιδιά - μικροί άντρες και γυναίκες σε ένδειξη διαμαρτυρίας για άλλη μια χρονιά. Σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων από τις διμοιρίες των ΜΑΤ, ρίχνανε στη μέση του δρόμου τους κάδους απορριμμάτων και τους πυρπολούσαν. Οι διαφωνίες κατοίκων της περιοχής μάλλον έριχναν το ‘‘επιθυμητό’’ λάδι στη φωτιά! 

Φτάνοντας στον πεζόδρομο της Τοσίτσα τέθηκε το ερώτημα: τον διασχίζω ή διαλέγω άλλο δρόμο. Περιέργως όμως, όπως συμβαίνει συχνά τον τελευταίο καιρό, ήταν πεντακάθαρη! Σαν να μην γίνονταν ποτέ εδώ το όλο αλισβερίσι των ναρκωτικών, σαν μην μαζεύονταν ποτέ εδώ δεκάδες ναρκομανείς. Ανάσανα και κατηφόρισα.

Στο τέρμα της, πάνω στην Πατησίων, υπήρχαν δύο περίπτερα. Το ένα λειτουργεί ακόμα. Το δεύτερο από καιρό κλειστό, είχε γίνει το τελευταίο διάστημα κατάλυμα μιας άστεγης. Οι φωνές της ακούγονταν από μακριά. Το περίπτερο δεν υπήρχε πια. Το είχαν ξηλώσει και τα πράγματά της, σεντόνια, ρούχα, μια τηλεόραση και διάφορα άλλα αντικείμενα, ήταν πεταγμένα στο πεζοδρόμιο, τα οποία και προσπαθούσε να μαζέψει και πάλι. Διαμαρτύρονταν έντονα σε δύο άντρες, μάλλον γνωστοί της ότι, οι οποίοι ''κοιτούσαν, γέλαγαν και δεν έκαναν τίποτα''. «...αυτό είναι το σπίτι μου ρε …» τους φώναξε στο τέλος

Σε λίγο έφτασα σπίτι μου, χωρίς τα δακρυγόνα, ασφαλής και χαρούμενος που ήμουν μέσα σ’ αυτό. 

Μίση ώρα πριν δεν φανταζόμουν καν ότι μια αγαπημένη βόλτα θα έδινε όλες αυτές τις εικόνες της Αθήνας. Εικόνες που εύχομαι να μην γίνουν μόνιμες ...